Μαθησιακές Δυσκολίες

 

 

Όταν κάποιος διαγιγνώσκεται με μαθησιακή δυσκολία σίγουρα στην αρχή ακούγεται τρομακτικό…Τι είναι αυτό; Θα γίνω καλά; Πώς και πόσο θα επηρεάσει τη ζωή μου; Στις μέρες μας βέβαια η διάγνωση γίνεται συνήθως σε μικρή ηλικία οπότε ο γονιός είναι αυτός ο οποίος αγωνιά τι θα σημάνει αυτό για το παιδί του.

Ως μαθησιακές δυσκολίες ορίζονται διαταραχές στην αντίληψη τόσο του γραπτού λόγου όσο και του προφορικού λόγου, στις μαθηματικές πράξεις , στην ικανότητα συγκέντρωσης , η στον συντονισμό κινήσεων. Αυτές οι δυσκολίες δεν επηρεάζουν το ίδιο όλα τα άτομα που πάσχουν από αυτές και πολλές φορές συνυπάρχουν σε ένα άτομο περισσότερες από μια μαθησιακές δυσκολίες. Πρέπει να τονίσουμε ότι το να έχει κανείς κάποια μαθησιακή δυσκολία δεν σημαίνει ότι πάσχει από νοητική υστέρηση!! Αυτά τα δυο δεν είναι αλληλένδετα , και μάλιστα πολλοί διάσημοι επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν έπασχαν από κάποιου είδους μαθησιακή δυσκολία.

Οι διαταραχές αυτές οφείλονται σε νευρολογικές βλάβες και συνήθως παρουσιάζονται εγγενώς στο άτομο, αλλά η εξέλιξη τους θα εξαρτηθεί από την διδασκαλία που θα λάβει, την έγκαιρη διάγνωση, την συνύπαρξη άλλων αισθητηριακών προβλημάτων κτλ.

Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα πιστεύει ότι οι μαθησιακές δυσκολίες προκαλούνται από το πώς οι διάφορες περιοχές του εγκεφάλου είναι συνδεδεμένες και από το πώς ο εγκέφαλος ενεργεί όταν πρέπει να επεξεργαστεί πληροφορίες και το κατά πόσο αποδοτικά και αποτελεσματικά τα διάφορα μέρη του εγκεφάλου να συντονίζονται μεταξύ τους.

Για παράδειγμα, στην ανάγνωση, το άτομο πρέπει να αντιληφθεί με ακρίβεια τα γράμματα και τις λέξεις, μια διαδικασία η οποία περιλαμβάνει την οπτικό φλοιό στο πίσω μέρος του εγκεφάλου. Το άτομο στην συνέχεια πρέπει να κατανοήσει τους ήχους που συνδέονται με αυτά τα σύμβολα, διαδικασία που εκτελείται στον ακουστικό φλοιό στα χαμηλότερα μεσαία τμήματα του εγκεφάλου. Επιπλέον, το άτομο πρέπει να ερμηνεύσει την σημασία αυτών των συμβόλων, το οποίο γίνεται στην περιοχή όπου τα δύο ημισφαίρια συναντώνται. Αλλά δεν τελειώνουμε εδώ. Το άτομο πρέπει να συντονίσει τις κινήσεις των ματιών του, διαδικασία η οποία περιλαμβάνει τμήματα του μετωπιαίου λοβού, ενώ θα πρέπει να σκεφτεί τη φράση που παράγεται, κάτι το οποίο λαμβάνει χώρα σε μέρη του μετωπιαίου φλοιού.

Στην νευροβιολογία του εγκεφάλου, η ηλεκτρική και η χημική δραστηριότητα επηρεάζουν συνεχώς η μια την άλλη. Τα ηλεκτρικά σήματα στον εγκέφαλο μεταδίδονται με διαφορετικές ταχύτητες ή συχνότητες. Οι συχνότητες είναι αυτές που προσδιορίζουν την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της ροής πληροφοριών στον εγκέφαλο. Οι συχνότητες των εγκεφαλικών κυμάτων κυμαίνονται από πολύ αργές, όπως στον ύπνο, έως πολύ γρήγορες, όπως σε καταστάσεις που απαιτείται μεγάλη συγκέντρωση. Για παράδειγμα, προκειμένου να διατηρηθεί η εγρήγορση, η διάδραση με το περιβάλλον μας καθώς και μια θετική διάθεση, θα πρέπει να υπάρχει μια επαρκής δραστηριότητα των υψηλών συχνοτήτων στον μετωπιαίο λοβό. Ο μετωπιαίος λοβός είναι γνωστός ως το εκτελεστικό μέρος του εγκεφάλου, επειδή εμπλέκεται στο συντονισμό και την ολοκλήρωση όλων των άλλων τμημάτων του εγκεφάλου μέσω διαδικασιών όπως η συγκέντρωση, ο προγραμματισμός, η οργάνωση, η αναστολή, η καθυστέρηση, ο έλεγχος των συναισθηματικών αντιδράσεων, λαμβάνει επίσης υπόψη του τις μακροπρόθεσμες συνέπειες καθώς και τους εναλλακτικούς τρόπους δράσης.

Όλο αυτό απαιτεί μεγάλο συντονισμό και, εάν οποιοδήποτε τμήμα του εγκεφάλου είναι πολύ αργό ή γρήγορο στην επικοινωνία με τα άλλα μέρη του εγκεφάλου, η ανάγνωση θα είναι αρκετά δύσκολη. Η ίδια πολυπλοκότητα της ενεργοποίησης του εγκεφάλου, του συντονισμού του και της αποτελεσματικότητας του υπάρχει σε όλες τις διαδικασίες μάθησης.

Επιπρόσθετα, ο εγκέφαλος προκειμένου να εκπαιδευθεί, διαφορετικά τμήματα του πρέπει να επικοινωνούν το ένα με το άλλο. Εικάζεται ότι αυτό συμβαίνει όταν τα ηλεκτρικά σήματα σε διάφορα τμήματα του εγκεφάλου βρίσκονται σε συγχρονισμό μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, τα διάφορα μέρη του εγκεφάλου πρέπει να παραμένουν ανεξάρτητα μεταξύ τους γιατί κάθε περιοχή του εγκεφάλου έχει και μια διαφορετική δουλειά να εκτελέσει. Ως εκ τούτου, θέλουμε τα διάφορα μέρη του εγκεφάλου μας να συντονίζονται σε κάποιο βαθμό, αλλά ταυτόχρονα να διατηρούν της ανεξαρτησίας τους.

Η Νευροανάδραση λειτουργεί εκπαιδεύοντας τον εγκέφαλο να έχει ταχύτερη ή βραδύτερη ηλεκτρική δραστηριότητα σε επιλεγμένα τμήματα του, ή εκπαιδεύοντας διάφορα μέρη του εγκεφάλου να συντονιστούν περισσότερο ή λιγότερο με άλλα. Στη Νευροανάδραση, παρακολουθούμε την κατάσταση του εγκεφάλου με την χρήση της εγκεφαλογραφίας, με ένα άνετο και ανώδυνο τρόπο, ενώ το άτομο κάθεται σε μια αναπαυτική καρέκλα και «παίζει» ένα βιντεοπαιχνίδι που μοιάζει με άσκηση, η οποία ελέγχεται από τον εγκέφαλο του. Για παράδειγμα, η άσκηση μπορεί να ρυθμιστεί έτσι ώστε όταν ο εκπαιδευόμενος αυξάνει την γρήγορη δραστηριότητα και μειώνει την αργή στον αριστερό μετωπιαίο λοβό, να κερδίζει πόντους στο παιχνίδι και να προχωράει στο επόμενο επίπεδο. Παρόμοια όταν δύο τμήματα του εγκεφάλου συγχρονίζονται μεταξύ τους, το άτομο θα επιτύχει στο παιχνίδι. Αντίθετα, όταν η δραστηριότητα των εγκεφαλικών κυμάτων αποκλίνει από το επιθυμητό σχήμα η δράση στο παιχνίδι σταματά και ο εγκέφαλος ψάχνει να βρει ένα τρόπο να γυρίσει στην επιθυμητή δραστηριότητα έτσι ώστε να κερδίσει περισσότερους πόντους. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν άσκηση για τον εγκέφαλο, γιατί ο εγκέφαλος μαθαίνει να παράγει την επιθυμητή δραστηριότητα από μόνος του και σε κάποια φάση το κάνει αυτό ασυνείδητα.

Το Κέντρο Νευροανάδρασης προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πακέτο υπηρεσιών για το παιδί αλλά και τους γονείς του. Στο κέντρο μας το παιδί μπορεί να εκπαιδεύσει και να ενισχύσει την εγκεφαλική του δραστηριότητα με την χρήση της Νευροανάδρασης, ενώ με την βοήθεια των ειδικών παιδαγωγών μας θα καταφέρει να προσεγγίσει το θέμα της εκπαίδευσης με διαφορετικό τρόπο. Επιπλέον οι γονείς μπορούν να συμβουλευτούν τους ψυχολόγους του κέντρου μας για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουν το παιδί τους καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να συμβάλουν και αυτοί στην μάθηση του.
 

 
Επιστημονική Βιβλιογραφία για την Νευροανάδραση και τις Μαθησιακές Δυσκολίες
Cunningham, M., & Murphy, P. (1981). The effects of bilateral EEG biofeedback on verbal, visuospatial and creative skills in LD male adolescents. Journal of Learning Disabilities, 14(4), 204-208.
Jackson, G. M., & Eberly, D. A. (1982). Facilitation of performance on an arithmetic task as a result of the application of a biofeedback procedure to suppress alpha wave activity. Biofeedback & Self-Regulation, 7(2), 211-221.
Jacobs, E. H. (2005). Neurofeedback treatment of two children with learning, attention mood, social, and developmental deficits. Journal of Neurotherapy, 9(4), 55-70.
Lubar, J. F. (1985). EEG biofeedback and learning disabilities. Theory into Practice, 26, 106-111
Orlando, P. C., & Rivera, R. O. (2004). Neurofeedback for elementary students with identified learning problems. Journal of Neurotherapy, 8(2), 5-19.
Tansey, M. A. (1991). Wechsler (WISC-R) changes following treatment of learning disabilities via EEG biofeedback in a private practice setting. Australian Journal of Psychology, 43, 147-153.
Thornton, KE and Carmody, DP (2005). Electroencephalogram biofeedback for reading disability and traumatic brain injury, in Hirshberg, LM, Chiu, S & Frazier, JA (Eds.) Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America: Emerging Interventions, 14, 1, 137-162
Walker, JE, Kozlowski, GP & Lawson, R (2007). A modular activation/coherence approach to evaluating clinical/QEEG correlations and for guiding neurofeedback training: modular insufficiencies, modular excesses, disconnections, and hyperconnections. Journal of Neurotherapy, 11, 1, 25- 44.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Μαθησιακές Δυσκολίες